μα

(I)
(AM μά)
1. μόριο, εισαγωγικό όρκου, το οποίο χρησιμοποιείται και σε περιπτώσεις έντονης διαμαρτυρίας και ακολουθείται από την αιτιατική τού ονόματος ή τού πράγματος που επικαλείται αυτός που ορκίζεται, και λαμβάνεται ως ομοτικό, δηλ. καταφατικό, όταν προτάσσεται το ναι, και ως απωμοτικό, δηλ. αρνητικό, όταν προτάσσεται το όχι ή το οὐ (α. «ναι μα την Παναγία» β. «οὐ μὰ τὴν δέσποιναν Ἄρτεμιν», Σοφ.)
2. χρησιμοποιείται επίσης ως απωμοτικό όταν ακολουθεί αρνητική πρόταση ή φράση (α. «μα τον άγιο, δεν τόν πείραξα» β. «μὰ σέ, Καῑσαρ, οὐδείς σε νικᾱ», Δίων Κάσσ.)
αρχ.
1. χρησιμοποιείται ως απωμοτικό σε απαντήσεις όταν η άρνηση ενυπάρχει στις ερωτήσεις («οὐκ αὖ μ' ἐάσεις; — Μά Δί', ἐπεὶ κἀγώ πονηρός εἰμι», Αριστοφ.)
2. στην κοινή, καθημερινή χρήση τής γλώσσας πολλές φορές παραλείπονταν το όνομα τού θεού στον οποίο ορκιζόταν κανείς και παρέμενε μόνο: μὰ τόν, μὰ τήν, ναὶ μὰ τόν, οὐ μὰ τὸν κ.λπ.
3. επίσης παραλειπόταν μερικές φορές το μά, μετά το ναι ή το ού (α. «ναί, πρὸς θεών», Ευρ.
β. «οὐ τόνδ' Όλυμπον», Σοφ.)
4. χρησιμοποιείται και σε περιπτώσεις έντονης διαβεβαίωσης, χωρίς το ναὶ (α. «μὰ τὴν Ἄρτεμιν», Αρισταίν.
β. «δακρύω μὰ σὲδ αῑμον», επιγρ.)
5. (σε επιγρ.) αντί τού δέ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο το ομοτικό μόριο μά όσο και το μά που απαντά σε θεσσαλική επιγραφή αντί τού δέ είναι εγκλιτικά, ανάγονται σε IE *smă «πράγματι, βέβαια» και συνδέονται με μήν (I), καθώς και με αρχ. ινδ. smā «βεβαιότατα» και χεττιτ. εγκλιτικό -ma «όμως»].
————————
(II)
(Μ μά)
(αντιθ. σύνδ.)
1. αλλά, όμως, δε, ωστόσο («σού φώναξα, μα δεν μέ άκουσες»)
2. στην αρχή πρότασης, ιδίως ερωτηματικής ως δηλωτικό απορίας, αμφιβολίας ή έκπληξης, οπότε και παραλείπεται η πρόταση με την οποία γίνεται η αντίθεση (α. «μα τί να σού κάνω;» β. «μα μίλησε επιτέλους»
3. ως επιτατικό έννοιας που ακολουθεί («δεν έδωσε τίποτα, μα ούτε δεκάρα»)
4. ως συνδετικό περιόδου ή ημιπεριόδου με την αμέσως προηγούμενη («μόλις τελείωσα πήγα να κοιμηθώ, μα αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο»)
5. με διάφορες λέξεις και μόρια σε επιδοτικές συμπλοκές εννοιών («όχι μόνο ήλθε να μέ δει, μα κάθησε και τρεις ώρες»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. ma].
————————
(III)
μά (Α)
(σε αρχαϊκή επιγρ. τής Ολυμπίας) αντί με, ἐμέ («Κοῑός μα πόεσεν»).
————————
(IV)
μά (Α)
(δωρ. τ., σε επιγρ. Ηλείας) αντί του μή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δωρ. τ. τού ιων.-αττ. μή].
————————
(V)
η (Α μᾱ)
νεοελλ.
ως ιδιωμ. συγκεκομμένος τύπος αντί μάνα, στη Χίο και αλλού («κι η μα του η αναμαλλαριά», Χιακ. Γλωσσ.)
αρχ.
1. (συντετμημένος αιολ. και δωρ. τ.) αντί τού μάτηρ («μᾱ γᾱ
μητέρα γη, Αισχύλ.)
2. ως επιφώνημα από γυναίκες οι οποίες επικαλούνταν πιθανώς τη Δήμητρα («μᾱ, πόθεν, ὤνθρωπος;», Θεόκρ.)
3. (κατά τον Ησύχ.) «πρόβατα. Φρύγες, ἀντὶ μᾱζα»
4. ως κύριο όν. ἡ Μᾱ
η Ρέα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικός και εκφραστικός τ. που συνδέεται με τα μάτηρ, μαῖα, μάμμη (πρβλ. πᾶς «πατήρ» και αρχ. ινδ. mā «μητέρα»). Κατ' άλλη άποψη, πρόκειται για επιφώνημα αβέβαιης προέλευσης].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.